Η παχυσαρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για κακοήθειες παγκοσμίως, με περισσότερους από 13 τύπους καρκίνου να έχουν τεκμηριωμένη αιτιολογική συσχέτιση με την αυξημένη λιπώδη μάζα.
Καθώς η συχνότητα της παχυσαρκίας αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς διεθνώς, η ανάπτυξη θεραπευτικών παρεμβάσεων που όχι μόνο επιτυγχάνουν απώλεια σωματικού βάρους αλλά ενδεχομένως μειώνουν και τον ογκολογικό κίνδυνο αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Δρ. Μαρία Καπαρέλου (Παθολόγος – Ογκολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Annals of Oncology φέρνει στο προσκήνιο ιδιαίτερα ενθαρρυντικά ευρήματα σχετικά με τους αγωνιστές του υποδοχέα του GLP-1 (GLP-1 receptor agonists), μια κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της παχυσαρκίας.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η χορήγηση των φαρμάκων αυτών σε παχύσαρκα άτομα χωρίς σακχαρώδη διαβήτη συσχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερη βραχυπρόθεσμη επίπτωση καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία, συγκριτικά με άτομα που έλαβαν αποκλειστικά συμβουλευτική παρέμβαση για δίαιτα και άσκηση.
Η μελέτη αξιοποίησε δεδομένα πραγματικής κλινικής πρακτικής (real-world evidence) από το δίκτυο TriNetX, το οποίο περιλαμβάνει ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία περίπου 113 εκατομμυρίων ασθενών από 64 υγειονομικά ιδρύματα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ερευνητές εφάρμοσαν τη σύγχρονη μεθοδολογία target trial emulation, η οποία επιχειρεί να προσομοιώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά τα χαρακτηριστικά μιας τυχαιοποιημένης κλινικής μελέτης μέσα από δεδομένα παρατήρησης. Με αυτόν τον τρόπο περιορίζονται σημαντικές πηγές συστηματικού σφάλματος.
Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 229.467 παχύσαρκοι ενήλικες χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη ή προηγούμενης διάγνωσης καρκίνου σχετιζόμενου με την παχυσαρκία. Από αυτούς, περισσότεροι από 86.000 έλαβαν θεραπεία με αγωνιστές GLP-1, ενώ οι υπόλοιποι αντιμετωπίστηκαν με προγράμματα διαιτητικής και σωματικής παρέμβασης. Μετά από αντιστοίχιση των ομάδων, δημιουργήθηκαν δύο πλήρως συγκρίσιμες ομάδες των 80.899 ατόμων.
Με διάμεση παρακολούθηση δύο ετών, η χρήση αγωνιστών GLP-1 συσχετίστηκε με 41% σχετική μείωση του κινδύνου εμφάνισης οποιουδήποτε καρκίνου που σχετίζεται με την παχυσαρκία.
Επιπλέον, η προστατευτική αυτή συσχέτιση διατηρήθηκε στις περισσότερες προκαθορισμένες υποομάδες, ανεξάρτητα από το φύλο, τον βαθμό παχυσαρκίας ή το χρησιμοποιούμενο φάρμακο, είτε επρόκειτο για σεμαγλουτίδη είτε για τιρζεπατίδη.
Παρότι τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης και δεν μπορεί να τεκμηριώσει σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Επιπλέον, ο σχετικά περιορισμένος χρόνος παρακολούθησης δεν επιτρέπει την πλήρη εκτίμηση της επίδρασης των φαρμάκων στην ανάπτυξη κακοηθειών με μεγάλη λανθάνουσα περίοδο. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται μεγάλες προοπτικές τυχαιοποιημένες μελέτες καθώς και μακροχρόνια προγράμματα φαρμακοεπαγρύπνησης που θα ενσωματώνουν την καταγραφή ογκολογικών εκβάσεων.
Η σημασία των ευρημάτων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς οι καρκίνοι που σχετίζονται με την παχυσαρκία αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των νέων διαγνώσεων καρκίνου στις ανεπτυγμένες χώρες, ενώ η συχνότητά τους αυξάνεται ταχύτερα στις νεότερες ηλικίες. Εφόσον τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν από μελλοντικές προοπτικές μελέτες, οι αγωνιστές GLP-1 ενδέχεται να αναδειχθούν όχι μόνο ως αποτελεσματικά φάρμακα για τη διαχείριση της παχυσαρκίας, αλλά και ως σημαντικό εργαλείο πρωτογενούς πρόληψης συγκεκριμένων μορφών καρκίνου, διευρύνοντας ουσιαστικά τον θεραπευτικό τους ρόλο στη σύγχρονη ιατρική.











