Τόσο οι διαταραχές του ύπνου όσο και ο υπερβολική διάρκεια ωρών ύπνου έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση άνοιας ή Αλτσχάιμερ.
Μια νέα μελέτη ωστόσο έρχεται να δώσει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με την διάρκεια ωρών ύπνου που πιθανόν να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι επικεφαλής της μελέτης διαπίστωσαν ότι τα άτομα με μεγάλη διάρκεια ωρών βραδινού ύπνου είναι πιο πιθανό να έχουν συσσωρευμένη στον εγκέφαλο τους περισσότερη από την πρωτεΐνη που συνδέεται με το Αλτσχάιμερ.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι ο βραδινός ύπνος για περισσότερες από 9 ώρες συσχετίστηκε με βιοδείκτες αίματος της πρωτεΐνης tau που αποτελεί ένα δείκτη νευροεκφυλισμού του εγκεφάλου.
Στη μελέτη Framingham Heart Study, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2.410 συμμετέχοντες με μέση ηλικία 70 ετών από τα οποία το 55,2% ήταν γυναίκες.
Το 23,9%) ανέφερε σύντομη διάρκεια ύπνου (έως και 6 ώρες τη νύχτα), το 61,2%) μέση διάρκεια ύπνου (6-9 ώρες) και το 14,9% μεγάλη διάρκεια ύπνου (πάνω από 9 ώρες). Όσοι ανέφεραν μεγαλύτερη διάρκεια ωρών ύπνου ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία και ήταν πιο πιθανό να έχουν κατάθλιψη, να χρησιμοποιούν αντικαταθλιπτικά και να έχουν άνοια. Ακόμα πιο αυξημένο κίνδυνο για Αλτσχάιμερ είχαν όσοι ανέφεραν 10 ή περισσότερες ώρες βραδινού ύπνου.
Ενώ τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη συνάφεια, φαίνεται ότι προσθέτουν στοιχεία στην υπόθεση ότι οι μεταβολές στον ύπνο μπορεί να είναι ένα πρώιμο κλινικό σημάδι υποκείμενης νευροεκφύλισης του εγκεφάλου και ενισχύουν τον ρόλο της εξέτασης του ύπνου ως μέρος μιας συνολικής αξιολόγησης της υγείας του εγκεφάλου, σχολίασαν οι επικεφαλής της μελέτης σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Medical News Today, υπενθυμίζοντας ότι η νόσος Αλτσχάιμερ ξεκινά σιωπηλά στον εγκέφαλο 15 έως 20 χρόνια πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα και οι πρώτες παθολογικές αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν περιοχές που εμπλέκονται στη ρύθμιση του κύκλου ύπνου-αφύπνισης. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι μπορεί σταδιακά να αρχίσουν να κοιμούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα πριν παρατηρήσουν προβλήματα μνήμης.
Αν και δεν υπάρχει θεραπεία για το Αλτσχάιμερ, η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει στην καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσο και να δώσει στους ασθενείς και τους φροντιστές χρόνο να προγραμματίσουν την κατάλληλη φροντίδα που θα χρειαστεί για τα επόμενα έτη.











