Επιμέλεια : Ρούλα Σκουρογιάννη
Ο τομέας του φαρμάκου στην Ελλάδα διέρχεται μια κομβική καμπή μετασχηματισμού, μετατοπιζόμενος σταδιακά από μια αμιγώς καταναλωτική αγορά σε ένα δυναμικό οικοσύστημα παραγωγής, επιστημονικής καινοτομίας και προσέλκυσης διεθνών επενδύσεων. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιμάζονται και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις επιβάλλουν στρατηγική αυτονομία στην υγεία, η εγχώρια παραγωγική ανασυγκρότηση και η επέκταση των κλινικών δοκιμών αιχμής αναδεικνύονται σε θεμελιώδεις πυλώνες εθνικής ασφάλειας και οικονομικής προόδου.
Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η επένδυση στη φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί απλώς μια κλαδική δράση, αλλά έναν ισχυρό πολλαπλασιαστή εθνικού πλούτου. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, κάθε ένα ευρώ που επενδύεται στην καινοτόμο φαρμακευτική έρευνα στην πατρίδα μας αποδίδει έως και έξι ευρώ συνολικής αξίας στην κοινωνία και την οικονομία, αποτρέποντας την απώλεια χιλιάδων ετών δυνητικής ζωής και εξοικονομώντας κρίσιμους πόρους για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις στην ελληνική περιφέρεια μετατρέπουν τη χώρα σε εξαγωγικό κόμβο φαρμακευτικής τεχνογνωσίας, ενισχύοντας την απασχόληση υψηλής εξειδίκευσης και τροφοδοτώντας το αναγκαίο brain regain.
Ωστόσο, η αναπτυξιακή αυτή τροχιά καλείται να ξεπεράσει σημαντικές δομικές στρεβλώσεις. Η υφιστάμενη υποχρηματοδότηση, η γραφειοκρατία στις εγκριτικές διαδικασίες και οι υπέρογκοι μηχανισμοί αναγκαστικών επιστροφών (clawback) δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που φρενάρει τη δυναμική της χώρας. Ενώ η Ελλάδα συγκεντρώνει σήμερα λιγότερα από 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως σε κλινικές μελέτες, η υιοθέτηση ενός συνεκτικού εθνικού σχεδίου και η παροχή σταθερών επενδυτικών κινήτρων θα μπορούσαν να τετραπλασιάσουν τους πόρους αυτούς, αγγίζοντας τα 500 εκατομμύρια ευρώ και δημιουργώντας προστιθέμενη αξία που πλησιάζει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ.
Χρήστος Σωτηρίου: «Η επάρκεια των φαρμάκων αποτελεί ζήτημα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα»

- Κύριε Σωτηρίου, η Win Medica επενδύει στρατηγικά στην Τρίπολη για την παραγωγή καινοτόμων ογκολογικών φαρμάκων. Πώς η εγχώρια παραγωγή αυτών των εξειδικευμένων σκευασμάτων θα θωρακίσει την ελληνική αγορά απέναντι στις συχνές διεθνείς ελλείψεις και τι σημαίνει πρακτικά αυτή η επένδυση για την άμεση πρόσβαση και την ασφάλεια των Ελλήνων καρκινοπαθών;
«Τα τελευταία χρόνια αναδείχθηκε ότι η επάρκεια των φαρμάκων δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ανέδειξαν ότι η παραγωγική αυτάρκεια σε κρίσιμες θεραπευτικές κατηγορίες αποτελεί ζήτημα στρατηγικής σημασίας για κάθε χώρα και ειδικά σε κάποια νοσήματα, ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο με τη ζωή των ασθενών. Όταν ένας καρκινοπαθής χρειάζεται τη θεραπεία του, δεν υπάρχει περιθώριο για καθυστερήσεις ή ελλείψεις.
Με αυτή τη φιλοσοφία αποφασίσαμε να υλοποιήσουμε στην Τρίπολη μία επένδυση ύψους 80 εκατομμυρίων ευρώ, δημιουργώντας μία από τις πλέον σύγχρονες μονάδες παραγωγής κυτταροτοξικών φαρμάκων στην Ευρώπη. Προσωπικά, θεωρώ πως δεν είναι απλώς μια επένδυση στην παραγωγή, αλλά μια επένδυση στην ανθεκτικότητα του ελληνικού συστήματος υγείας απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Η νέα μονάδα θα διαθέτει παραγωγική δυνατότητα που φθάνει τα 8 εκατομμύρια δισκία και κάψουλες ημερησίως, ενώ θα μπορεί να καλύπτει πάνω από το 70% των εγχώριων αναγκών σε συγκεκριμένες θεραπευτικές κατηγορίες. Παράλληλα, οι σύγχρονες γραμμές παραγωγής και συσκευασίας, σε συνδυασμό με το ερευνητικό εργαστήριο των 1.000 τ.μ., δίνουν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να αποκτήσει αυξημένη αυτονομία στην παραγωγή εξειδικευμένων θεραπειών υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Για τους Έλληνες ασθενείς, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού, ταχύτερη πρόσβαση σε κρίσιμες θεραπείες και μεγαλύτερη διασφάλιση της συνέχειας της θεραπείας τους. Ταυτόχρονα, η καθετοποίηση της παραγωγής και οι διεθνείς συνεργασίες που έχουμε αναπτύξει για την ανάπτυξη δραστικών ουσιών μειώνουν την εξάρτηση από τρίτες χώρες και κάνουν την εφοδιαστική μας αλυσίδα πιο ανθεκτική απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Πέρα όμως από τη συμβολή της στη δημόσια υγεία, η επένδυση αυτή έχει και ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα για τη χώρα. Με τη δημιουργία περισσότερων από 300 άμεσων και έμμεσων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, ενισχύουμε ουσιαστικά τη Βιομηχανική Περιοχή Τρίπολης, προσελκύουμε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και αποδεικνύουμε ότι η ελληνική φαρμακοβιομηχανία μπορεί να αποτελεί πυλώνα ανάπτυξης, καινοτομίας και υγειονομικής ασφάλειας για την Ελλάδα και την Ευρώπη».
- Έχετε τονίσει στο παρελθόν ότι η νέα μονάδα έχει έντονα εξωστρεφή προσανατολισμό. Ποιες είναι οι βλέψεις της Win Medica για τη διείσδυση των «made in Greece» ογκολογικών φαρμάκων στις διεθνείς αγορές και πώς επηρεάζει αυτή η δραστηριότητα την τοπική οικονομία της Αρκαδίας σε επίπεδο θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης;
«Η εξωστρέφεια αποτελεί βασικό στοιχείο της στρατηγικής μας. Σχεδιάσαμε τη νέα παραγωγική μονάδα εξαρχής, όχι μόνο για να καλύψει τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, αλλά και για να αποτελέσει μια διεθνώς ανταγωνιστική παραγωγική βάση. Η ποιότητα του ελληνικού φαρμάκου είναι πλέον αναγνωρισμένη διεθνώς και πιστεύω ότι τα «made in Greece» φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να αποκτήσουν ακόμη ισχυρότερη παρουσία στις παγκόσμιες αγορές.
Έχουμε ήδη αναπτύξει συνεργασίες με διεθνείς φαρμακευτικές εταιρείες και σχεδιάζουμε να εξάγουμε τα προϊόντα μας σε περισσότερες από 50 χώρες στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ασία. Στόχος μας είναι η Ελλάδα να μην αποτελεί μόνο αγορά κατανάλωσης φαρμάκων, αλλά και χώρα παραγωγής, ανάπτυξης και εξαγωγής φαρμακευτικής τεχνογνωσίας.
Η εξαγωγική αυτή δυναμική δημιουργεί σημαντική προστιθέμενη αξία και για την τοπική κοινωνία. Η επένδυση στην Τρίπολη θα στηρίξει ένα ευρύτερο οικοσύστημα προμηθευτών, τεχνικών υπηρεσιών και συνεργαζόμενων επιχειρήσεων. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δημιουργούμε ευκαιρίες για επιστήμονες, μηχανικούς, φαρμακοποιούς, χημικούς και εξειδικευμένους τεχνικούς να εργαστούν στην ελληνική περιφέρεια, σε ένα περιβάλλον υψηλής τεχνολογίας.
Πιστεύω ότι τέτοιες επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στο brain regain, προσφέροντας σε Έλληνες επιστήμονες που βρίσκονται στο εξωτερικό ή στα μεγάλα αστικά κέντρα πραγματικές προοπτικές επιστροφής και επαγγελματικής εξέλιξης. Ταυτόχρονα, ενισχύουμε τη δυναμική της Αρκαδίας ως ενός νέου βιομηχανικού και τεχνολογικού πυλώνα της χώρας, με θετικές επιδράσεις που υπερβαίνουν τα όρια της ίδιας της φαρμακοβιομηχανίας».
Αποφασίσαμε να υλοποιήσουμε στην Τρίπολη μία επένδυση ύψους 80 εκατομμυρίων ευρώ. Δεν είναι απλώς μια επένδυση στην παραγωγή, αλλά μια επένδυση στην ανθεκτικότητα του ελληνικού συστήματος υγείας απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
- Η υλοποίηση ενός τέτοιου project συνδέθηκε στενά με το εργαλείο της συμψηφιστικής μείωσης του clawback έναντι επενδύσεων. Με βάση την εμπειρία σας, θεωρείτε ότι το πλαίσιο αυτό προσφέρει τη σταθερότητα που χρειάζεται μια εταιρεία για να συνεχίσει το επενδυτικό της momentum, ή απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις;
«Το επενδυτικό clawback αποτέλεσε, αναμφίβολα, μια σημαντική μεταρρύθμιση, καθώς, για πρώτη φορά, δημιούργησε έναν μηχανισμό που συνδέει μέρος των υποχρεωτικών επιστροφών και εκπτώσεων που αποδίδονται στις εταιρείες, με στρατηγικές παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα. Είναι μια πρωτοβουλία που έδωσε ουσιαστική ώθηση στην ανάπτυξη νέων παραγωγικών μονάδων, ερευνητικών υποδομών και τεχνολογικών επενδύσεων, επιτρέποντας στον κλάδο να κατευθύνει πόρους προς έργα με υψηλή προστιθέμενη αξία για την οικονομία και το σύστημα υγείας.
Ωστόσο, οι επενδύσεις στη φαρμακοβιομηχανία έχουν πολυετή ορίζοντα και απαιτούν ένα περιβάλλον με προβλεψιμότητα και θεσμική συνέχεια. Για να διατηρήσουμε την επενδυτική μας δυναμική χρειαζόμαστε ένα σταθερό πλαίσιο που θα μας επιτρέπει να σχεδιάζουμε με ασφάλεια τις επόμενες κινήσεις μας.
Παράλληλα, θεωρώ ότι η σταδιακή και θεσμικά κατοχυρωμένη αποκλιμάκωση του clawback αποτελεί πλέον αναγκαία συνθήκη για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από πιο ρεαλιστικούς προϋπολογισμούς, την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου της ζήτησης, την πλήρη αξιοποίηση των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, την προώθηση οικονομικά αποδοτικών θεραπευτικών επιλογών και τη δημιουργία πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.
Η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει αποδείξει ότι επενδύει, παράγει, εξάγει και στηρίζει έμπρακτα το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Εμείς, στη Win Medica, θα συνεχίσουμε να επενδύουμε σε έρευνα, παραγωγή και καινοτομία, εφόσον η Πολιτεία διαμορφώσει ένα σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον, ενισχύοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, και κυρίως, διασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς θα έχουν έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση στις θεραπείες που χρειάζονται».
Ιουλία Τσέτη: «Η Ελλάδα υπερέχει στην ποιότητα, την εξειδίκευση και το ανθρώπινο κεφάλαιό της»

- Κυρία Τσέτη, ο Όμιλος ΟΦΕΤ αποτελεί ένα από τα πιο υγιή και δυναμικά παραδείγματα ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής με έντονη εξωστρέφεια. Ποιο είναι το τρέχον επενδυτικό πλάνο του Ομίλου και πώς η διαρκής εστίαση στην έρευνα και την καινοτομία θωρακίζει τα προϊόντα σας απέναντι στον έντονο διεθνή ανταγωνισμό, αναδεικνύοντας παράλληλα την Ελλάδα σε κόμβο παραγωγής φαρμάκου;
«Δεν μπορούμε να μιλάμε για βιομηχανική παραγωγή, για επάρκεια και αυτάρκεια πρώτων υλών εάν δε διαθέτουμε ένα στιβαρό παραγωγικό και οικονομικό μοντέλο, καθώς επίσης και μία βιομηχανική συνείδηση την οποία πρέπει να οικοδομήσουμε συνειδητά στις επόμενες γενιές.
Από το 2010 έως σήμερα, ο Όμιλος Τσέτη έχει επενδύσει περισσότερα από 150 εκατομμύρια ευρώ, ξεκινώντας τις σημαντικές αυτές επενδύσεις σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την ελληνική οικονομία, εν μέσω μνημονιακών πιέσεων και παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Η αδράνεια δεν μας αγγίζει. Αντίθετα, απέναντι σε κάθε πρόκληση, απαντάμε με επενδύσεις, εξωστρέφεια- εξάγοντας ήδη σε 72 χώρες με το δικό μας brand name, με έμφαση στην εφαρμοσμένη έρευνα & ανάπτυξη και με αφοσίωση στους ανθρώπους μας, που ξεπερνούν πλέον τους 700 εργαζομένους, από 150 που ήταν το 2010.
Το διάστημα 2020-2024, επενδύθηκαν πάνω από 57,4 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των παραγωγικών εγκαταστάσεων και των υποδομών, ενδυναμώνοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα του Ομίλου σε διεθνές επίπεδο.
Για το επόμενοι διάστημα προγραμματίζουμε μία σημαντική επένδυση που αφορά στη δημιουργία ενός πρότυπου Ερευνητικού Κέντρου, που θα εστιάζει στην Φαρμακευτική Τεχνολογία αιχμής και τις Βιοεπιστήμες, με παράλληλη ενσωμάτωση εφαρμογών και εξοπλισμού Τεχνητής Νοημοσύνης και με στόχο τη βελτιστοποίηση και επιτάχυνση των διεργασιών Έρευνας και Ανάπτυξης. Μια επαναστατική ιδέα σύζευξης των τριών πιο προκεχωρημένων πεδίων στη Φαρμακευτική Επιστήμη και Βιομηχανία.
Το πρότυπο Ερευνητικό Κέντρο, πέρα από το γεγονός ότι θα αποτελεί την επίσημη στέγη της ΑΜΚΕ “ΚΛΕΩΝ ΤΣΕΤΗΣ”, θα συνιστά και ένα Κόμβο Καινοτομίας στον τομέα του φαρμάκου, για την ανάπτυξη συνεργειών μεταξύ ερευνητικών φορέων της Ελλάδας και του Εξωτερικού (Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, Ερευνητικά Κέντρα) με νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής έντασης γνώσης, στις οποίες θα προσφέρει στέγη, διασύνδεση, πρόσβαση σε κεφάλαιο και τεχνογνωσία διαχείρισης βιομηχανικής ιδιοκτησίας και επιχειρηματικής ανάπτυξης.
Η Ελλάδα μπορεί να μεταμορφωθεί σε παγκόσμιο Κόμβο παραγωγής, εξωστρέφειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, αρκεί να αξιοποιήσει τα δυνατά της «χαρτιά», με σημαντικότερο το επιστημονικό της δυναμικό και τα ταλέντα της. Αρκεί επίσης, να φανούμε και όλοι εμείς οι άνθρωποι των επιχειρήσεων, αντάξιοι των προσδοκιών των νέων ανθρώπων, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, αλληλεγγύης και ουσιαστικής κοινωνικής προσφοράς».
- Με περισσότερα από 100 διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο ενεργητικό του, ο Όμιλος αποδεικνύει έμπρακτα τη στενή του σχέση με την επιστημονική πρωτοπορία. Πώς λειτουργεί στην πράξη αυτή η διασύνδεση του ΟΦΕΤ με την Ακαδημαϊκή και Ερευνητική κοινότητα και ποια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι η θέση της βιοτεχνολογίας, των βιοεπιστημών και της πράσινης ανάπτυξης στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα της χώρας μας;
«Η επένδυση στην Έρευνα και Ανάπτυξη αποτελεί διαχρονικό στρατηγικό πυλώνα του ΟΦΕΤ. Κατά την περίοδο 2025–2026, οι φαρμακοβιομηχανίες UNI-PHARMA και InterMed ενίσχυσαν το αποτύπωμα καινοτομίας του Ομίλου κατοχυρώνοντας συνολικά 48 εθνικά, ευρωπαϊκά και διεθνή διπλώματα ευρεσιτεχνίας (26 το 2025 και 22 το 2026). Παράλληλα, ο Όμιλος χρηματοδότησε εννέα ερευνητικά έργα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και startups για το ακαδημαϊκό έτος 2025–2026, ενώ μέσω του Ιδρύματος ΑΜΚΕ Κλέων Τσέτης στήριξε έμπρακτα το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, απονέμοντας 12 υποτροφίες το 2025, προκηρύσσοντας τέσσερις νέες για το 2026 και χρηματοδοτώντας μέσω δωρεών δύο επιπλέον ερευνητικά έργα δημόσιων πανεπιστημίων.
Η συνολική αυτή στρατηγική του ΟΦΕΤ επενδύει συστηματικά στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος καινοτομίας, με επίκεντρο την επιστήμη, την ενεργό μακροζωία, την υπεύθυνη αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη φαρμακευτική έρευνα και την ανάπτυξη λύσεων που δημιουργούν αξία για την κοινωνία, την οικονομία και τη δημόσια υγεία.
Σε μία εποχή κατά την οποία η γνώση εξελίσσεται στο σημαντικότερο παραγωγικό κεφάλαιο των οικονομιών, οι βιοεπιστήμες αναδεικνύονται σε έναν από τους πιο δυναμικούς και ελπιδοφόρους τομείς ανάπτυξης παγκοσμίως. Η πρόοδος στη βιολογία, στη γενετική, στη φαρμακευτική καινοτομία και έρευνα, στη βιοτεχνολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη, μεταμορφώνει με πρωτόγνωρη ταχύτητα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την υγεία, την πρόληψη και τη θεραπευτική προσέγγιση.
Οι βιοεπιστήμες, επίσης, θα δώσουν τη λύση και στα μεγάλα ερωτήματα που αφορούν στην οικονομία της μακροζωίας, στην ενεργό και υγιή γήρανση, ώστε να μετατρέψουμε το προσδόκιμο επιβίωσης σε περισσότερα λειτουργικά χρόνια. Να δώσουμε τελικά ζωή στα χρόνια μας και ανάσα στο σύστημα υγείας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί άλλες χώρες στο μέγεθος. Διακρίνεται, όμως, στην ποιότητα, στη γνώση, στην εξειδίκευση, στην τεχνογνωσία και στην αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου της. Οι βιοεπιστήμες αποτελούν έναν από τους τομείς όπου αυτή η δυνατότητα είναι περισσότερο ορατή από ποτέ.
Όσον αφορά στην πράσινη ανάπτυξη, η Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ, οι νέοι κανόνες ESG reporting και τα νέα ευρωπαϊκά κριτήρια ταξινόμησης των βιώσιμων επενδύσεων, δημιουργούν ένα νέο επιχειρηματικό περιβάλλον, όπου η ανταγωνιστικότητα συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα.
Για τη φαρμακοβιομηχανία, αυτό μεταφράζεται σε συγκεκριμένες προκλήσεις: μείωση ενεργειακού αποτυπώματος, βιώσιμες παραγωγικές διαδικασίες, υπεύθυνη διαχείριση πρώτων υλών και υδάτινων πόρων, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού, αλλά και σύγχρονες πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης με έμφαση στη διαφάνεια και τη λογοδοσία.
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που θα προσαρμοστούν πιο γρήγορα θα αποκτήσουν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις διεθνείς αγορές και στην πρόσβαση σε κεφάλαια και επενδύσεις, τόσο σε μονάδες όσο και σε έρευνα. Η βιωσιμότητα επομένως, μετατρέπεται πλέον σε μοχλό ανταγωνιστικότητας και ισχυρής ανάπτυξης».
Η Ελλάδα μπορεί να μεταμορφωθεί σε παγκόσμιο Κόμβο παραγωγής, εξωστρέφειας, ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, αρκεί να αξιοποιήσει τα δυνατά της “χαρτιά”, με σημαντικότερο το επιστημονικό της δυναμικό και τα ταλέντα της
- Στο πρόσωπό σας συνυπάρχουν δύο εξίσου ισχυρές ιδιότητες: αυτή της επιστήμονος – φαρμακοποιού και εκείνη της επιτυχημένης, δυναμικής επιχειρηματία. Πώς ισορροπούν αυτοί οι δύο ρόλοι στην καθημερινή λήψη αποφάσεων για τον Όμιλο και ποιος από τους δύο αισθάνεστε ότι κυριαρχεί και καθοδηγεί τελικά το όραμά σας για το μέλλον της υγείας;
«Το έχω αναφέρει πολλές φορές, ότι νοιώθω πρώτα και πάνω απ’ όλα επιστήμονας – φαρμακοποιός, μετά επιχειρηματίας και διαρκώς μαθητευόμενη….
Αυτή η αγάπη και η περιέργεια δε για τις επιστήμες υγείας, αποτελεί το διαρκές “καύσιμο” για να δημιουργώ καθημερινά, με έμπνευση. Ιδιαίτερα όταν βρίσκομαι με την ερευνητική μας ομάδα στα φαρμακευτικά εργαστήρια μας, ο ενθουσιασμός είναι απέραντος.
Γιατί είναι το σημείο εκείνο, που συντελούνται όλα. Όλη η γνώση, η έρευνα, η καινοτομία και η τεχνογνωσία, μετατρέπονται σε θεραπείες και προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των ανθρώπων, αλλά και την ίαση των ασθενών.
Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, πιστεύω βαθιά στη δύναμη της βιοτεχνολογίας και των βιοεπιστημών αλλά και της ευρύτερης συμμετοχής των γυναικών στις επιστήμες υγείας, στις κλινικές μελέτες και στην έρευνα, καθώς η σύμπραξη αυτή, έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων, αλλά και της ίδιας της επιστήμης.
Και αυτό είναι το όραμά μου για το μέλλον της υγείας!».









